ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΣΟΥΜΑΡΗΣ-Δημοσιογράφος
Υπάρχει επίπεδο και ποδοσφαιρική κουλτούρα που δεν νομίζω ότι την συναντάμε πουθενά στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Ο Χρήστος Τσούμαρης είναι από τους λίγους αθλητικογράφους που γνωρίζει ποδόσφαιρο. Έχει παίξει μπάλα 15 χρόνια σε όλες τις ερασιτεχνικές κατηγορίες (10 χρόνια στον Κίσσαμο Συκουρίου και 5 χρόνια στην Αναγέννηση Πουρναρίου) και κάνει το επάγγελμα του δημοσιογράφου από το 1992 ενώ είχε δυο θητείες στο Γραφείο Τύπου της ΑΕΛ, η πρώτη από το 2005 έως το 2005 και από το 2008 έως το 2010. Τα 18 χρόνια που ασχολείται με την δημοσιογραφία έχει δουλέψει σε όλα σχεδόν τα μέσα της πόλης. Όλη αυτή η ενασχόληση του με το ποδόσφαιρο τον καθιστά από τους πιο έγκυρους αθλητικογράφους της πόλης. Αυτός είναι ο λόγος που το e-must θέλησε να έχει την άποψη του για το θέμα αυτού του τεύχους. Έτσι βγήκε η πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που ακολουθεί.
Χρήστο στηνν πόλη υπάρχουν συναισθήματα λατρείας για την ΑΕΛ. Ποια είναι η αιτία για αυτό το πράγμα; -Κατ’ αρχήν είναι λογικό η πορεία και οι επιτυχίες της ομάδας να έδωσαν άλλη δυναμική σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη επαρχιακή ομάδα αλλά δεν νομίζω ότι είναι αυτό που με ρωτάς που δημιούργησε αυτό το κλίμα. Είναι ο τρόπος που δημιουργήθηκε αυτή η ομάδα και το σύμβολο της. Είναι μια ένωση ομάδων της πόλης και έχει σαν έμβλημα το άλογο που βρέθηκε σε αρχαίο νόμισμα της περιοχής. Και τα δυο οδηγούν στο να είναι αυτή η ομάδα όλων των κατοίκων της πόλης. Με το πέρασμα του χρόνου συνέβη το εξής. Να μην βλέπεις πουθενά το αποτύπωμα του αρχαίου νομίσματος, το άλογο που είναι το σήμα της πόλης, αλλά να το βλέπεις παντού μόνο μέσα από το σήμα της ΑΕΛ. Υπ’ αυτήν την έννοια η ΑΕΛ αντιπροσωπεύει όλους τους Λαρισαίους, έχει περάσει το ότι η ομάδα αυτή είναι ο εκπρόσωπος μας.
Η κατάκτηση ενός πρωταθλήματος αλλά και τα πέτρινα χρόνια που ακολούθησαν πόσο επηρέασαν την φίλαθλη ζωή της πόλης;
-Επειδή η πόλη της Λάρισας δεν έχει αξιοθέατα, δεν έχει θάλασσα, δεν έχει σημεία αναφοράς γενικά, οι επιτυχίες αυτές αποτέλεσαν έναν λόγο για να νοιώθει υπερήφανος ο Λαρισαίος έναντι των άλλων επαρχιακών πόλεων. Η κατάκτηση ενός τίτλου που δεν τον έχει καμία άλλη περιφερειακή πόλη είναι ένας σημαντικός λόγος για να νοιώθεις ότι έχεις ένα συγκριτικό αποτέλεσμα. Χαρακτηριστική είναι η συζήτηση μεταξύ του Μητσιμπόνα και του Μανωλά, που περιέγραψε πρόσφατα ο Μιχάλης Ζιώγας, στο ξενοδοχείο «Ουράνιο Τόξο» που έμενε η Εθνική όπου έλεγε ο Μητσιμπόνας ότι ένα πρωτάθλημα δικό μας αξίζει όσα δέκα δικά σας. Γιατί εμείς δεν έχουμε ούτε χρήματα, ούτε προσβάσεις στα κέντρα εξουσίας, ούτε υπουργούς οπαδούς, ούτε τα σφυρίγματα της διαιτησίας. Έτσι ότι κερδίζουμε εμείς το κερδίζουμε μόνο με την αξία μας.
Αυτή η μοναδικότητα έχει δημιουργήσει μια ψυχολογία η οποία στο πέρασμα του χρόνου πήρε λανθάνουσα μορφή κατά την άποψη μου. Μετά από δέκα χρόνια απουσίας – τα πέτρινα χρόνια της ΑΕΛ – δημιουργήθηκε μια καινούρια ομάδα η οποία κουβαλάει το βάρος των παλαιών επιτυχιών. ΄Ετσι με το καλημέρα ζητούσαν επιτυχίες για να αποκατασταθεί αυτό που χάθηκε τα δύσκολα χρόνια, δηλαδή το κύρος και η αξιοπιστία. Όταν νοιώθεις για κάτι περήφανος και φτάνεις στο σημείο κατάπτωσης που έφτασε η ΑΕΛ, δηλαδή να κινδυνεύει να πέσει στην Δ΄ Εθνική, να είναι περίγελος όλων και να μην μπορεί να ταξιδέψει για έναν αγώνα, τότε τα άσχημα συναισθήματα είναι το ίδιο δυνατά με τα όμορφα συναισθήματα των επιτυχιών. Όλο αυτό έγινε πολύ καταπιεστικό για τον κόσμο στην Λάρισα με αποτέλεσμα όταν ξαναγύρισε η ομάδα να ζητάνε πράγματα που αντικειμενικά ήταν αδύνατον να γίνουν. Η ομάδα που είχε δημιουργηθεί την δεκαετία του ’80 και αποτελούταν από ντόπια παιδιά, την έδεσε ακόμη περισσότερο με την τοπική κοινωνία. Ήταν προσόν για εκείνη την ομάδα ότι ανακάλυπτε χρόνο με τον χρόνο το τι μπορεί να καταφέρει. Κανένας δεν ζητούσε τότε κύπελο ή πρωτάθλημα. Απλά πήγαιναν μέρα με τη μέρα και έβλεπαν το τι μπορούσαν να καταφέρουν. Δεν ήταν προϋπόθεση η κατάκτηση ενός τίτλου για να έχει από πάνω σου την Δαμόκλειο σπάθη όπως γίνεται σήμερα. Τώρα πια στο Ελληνικό ποδόσφαιρο έχει ατονήσει το δέσιμο των τοπικών παικτών γιατί υπάρχουν σύντομα συμβόλαια και πολλοί ξένοι παίκτες. Και ενώ οι φίλαθλοί μας είναι κοντά στην ομάδα, εξακολουθούν να την υποστηρίζουν αλλά δεν την στηρίζουν όσο θα έπρεπε.
Τα δέκα χρόνια απουσίας έπαιξαν ρόλο στο να προκύψουν και γενιές φιλάθλων που δεν έχουν το συναίσθημα που είχαν οι πιο παλιοί αλλά έχουν και οι πιο νέοι φίλαθλοι. Μια γενιά ουδέτερη που δημιουργήθηκε τότε.
Γιατί κατά την γνώμη σου δεν μεταφράζεται όλο αυτό το συναίσθημα και σε εισιτήρια;
-Σε πραγματικά νούμερα, γιατί για τεχνικούς λόγους δεν προκύπτουν σε επίσημη δήλωση τα πραγματικά εισιτήρια, θα έλεγα ότι δεν είναι τόσο τραγικά τα πράγματα όπως τα λέμε. Δηλαδή ένας πραγματικό μέσος όρος έξι-επτά χιλιάδων κόσμου που είναι κάθε Κυριακή στο γήπεδο ανεξαρτήτως αντιπάλου ή βαθμολογικής θέσης είναι σημαντικό νούμερο για το Ελληνικό ποδόσφαιρο. Θα θέλαμε να είναι περισσότερος αυτός ο κόσμος. Το ότι δεν είναι οφείλεται σε τρία πράγματα: Πρώτον το ότι υπάρχει μια ρομαντική αίσθηση του ποδοσφαίρου σε πολύ κόσμο και επειδή αυτό δεν μπορεί να μεταφερθεί στην σύγχρονη πραγματικότητα τους έχει διώξει. Δεύτερον η μη συνέχεια που υπάρχει από χρονιά σε χρονιά αποτρέπει το προσωπικό δέσιμο πολλών ανθρώπων με πρόσωπα που αφορούν την ομάδα. Και το τρίτο είναι ο προσωπικός πόλεμος που έχει δεχθεί από το ντόπιο κατεστημένο ο Πηλαδάκης. Ας μιλήσουμε ξεκάθαρα. ‘Ενας άνθρωπος που αυτή τη στιγμή είναι ο μακροβιότερος πρόεδρος της ΑΕΛ, που είναι απ’ αυτούς που συναντάς σπάνια γιατί συνοδεύει λόγια με έργα, άσχετα με κάποια λάθη που μπορεί να έγιναν, δεν είχε από την πόλη την ανταπόκριση που θα έπρεπε να έχει. Η Λάρισα είναι μια μεγάλη κοινωνία που εξακολουθεί να λειτουργεί με τα δεδομένα ενός παλιού μικρού χωριού όπου «κουμάντο» κάνουν ο πρόεδρος, ο παπάς, ο δάσκαλος και ο άρχοντας του χωριού. Έτσι είναι τα πράγματα δυστυχώς.
Το καινούριο γήπεδο τι σηματοδοτεί για την ομάδα και τι για την πόλη;
-Απ’ όσα έχουμε πει προκύπτει μια διαφορετικότητα. Ούτε η ΑΕΛ μοιάζει με καμιά άλλη επαρχιακή ομάδα, ούτε ο κόσμος της έχει την ψυχοσύνθεση που έχουν οι φίλαθλοι σε άλλες πόλεις. Είναι αλλιώς το να είσαι ΑΕΛ. Και αυτό το λένε αυτοί που το έχουν ψάξε μέσα τους και έχουν νοιώσει αυτό το ξεχωριστό συναίσθημα. Υπ’ αυτή την έννοια προστίθεται κάτι ακόμα που κάνει την ομάδα και τον κόσμο της και μοναδικούς και διαφορετικούς. Και αυτό είναι το γήπεδο.
Ξεκίνησαν σύλλογοι με οικονομικές δυνατότητες και προσβάσεις στα κέντρα πολύ μεγαλύτερες από τις δικές μας, έταξαν στο κόσμο τους λαγούς με πετραχήλια και δεν έκαναν τίποτα. Και ενώ αυτοί είναι ακόμα στις μακέτες η ΑΕΛ είναι έτοιμη να μπει στο γήπεδο. Ακόμη όμως και το γήπεδο πολεμήθηκε από το κατεστημένο που προανέφερα. Ο Πηλαδάκης δέχτηκε την μεγαλύτερη επίθεση μετά την ανακοίνωση των σχεδίων του για την δημιουργία γηπέδου γιατί πλέον παύει να είναι μόνο πρόεδρος της ΑΕΛ και γίνεται ένας παράγοντας της πόλης. Είναι ή μεγαλύτερη επένδυση που έχει γίνει στη Λάρισα μετά το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο. Το γήπεδο αν το εκμεταλλευτεί σωστά η τοπική κοινωνία θα έχει να κερδίσει πάρα πολλά. Και δεν μιλάω για Μεσογειακούς που θα γίνουν μια φορά. Στις 9 Φεβρουαρίου θα έρθει η Εθνική ομάδα να παίξει αγώνα. Στο χέρι του κόσμου είναι να πάνε οι διεθνείς την επόμενη μέρα στον Πηλάβιο και να του πουν θέλουμε το γήπεδο της Λάρισας για μόνιμη έδρα. Σκέψου λίγο τι αντίκτυπο μπορεί να έχει αυτό για την πόλη της Λάρισας. Αυτό δεν μπορεί όμως κανένας Πηλαδάκης να το παλέψει. Είναι στο χέρι του κόσμου ένα γεμάτο γήπεδο, μια έδρα που θα καίει. Αποτέλεσμα;
Αθλητικός τουρισμός. Μεγάλη υπόθεση ειδικά για μια πόλη που δεν έχει άλλες μορφές τουρισμού. Συναυλίες. Σκέψου μία συναυλία των Scorpions στο νέο γήπεδο. Εκτός του ότι γίνεσαι σημείο αναφοράς σ’ όλη την Ευρώπη θα έχεις κόσμο από την Κοζάνη, τα Γιάννενα κ.λ.π. Κόσμο που δεν μπορεί να πάει στην Αθήνα ή την Θεσσαλονίκη για να δει ένα αντίστοιχο θέαμα. Και αν η ομάδα πάει καλά είναι τα Ευρωπαϊκά παιχνίδια. Όταν παίζαμε με την Ζενίτ ήρθαν για δύο μέρες χίλιοι Ρώσοι και όταν παίζαμε με την Μπλάκμπερν άλλοι χίλιοι. Και όλοι αυτοί έμειναν στον Βόλο. Τώρα έχουμε την δυνατότητα όλα αυτά τα πράγματα να τα εκμεταλλευτούμε προς όφελος μας.
Και σε ότι αφορά την ομάδα είναι μια μεγάλη εξασφάλιση ότι δεν θα ξαναβρεθεί στα πέτρινα χρόνια που ζήσαμε πρόσφατα. Γιατί πλέον η τιμή της στο ποδοσφαιρικό χρηματιστήριο, ανεξάρτητα από την πορεία της, έχει εκτοξευθεί. Για να αγοράσει κάποιος αυτή την υποδομή πρέπει να είναι ισχυρός οικονομικός παράγοντας άρα ο «φούφουτος» δεν θα γίνει ποτέ ιδιοκτήτης και να ηγηθεί αυτής της ΑΕΛ. Έτσι εξασφαλίζεται και η μετά Πηλαδάκη εποχή, αν αυτή υπάρξει.
Εκπροσωπείς τα μέσα. Στην Λάρισα έχουμε πληθώρα μέσων που ασχολούνται με τα αθλητικά δρώμενα. Αλλά όσα είναι τα μέσα είναι και οι τάσεις. Αρχίζουν από την απόλυτη λατρεία προς τον Πηλαδάκη και φτάνουν σε ένα μένος εναντίον του που καμιά φορά τρομάζει. Τι ακριβώς συμβαίνει με τον χώρο αυτό;
-Το να είσαι κατά ή υπέρ κάποιου δεν είναι μεμπτό. Το μεμπτό είναι να είσαι όπου φυσάει ο άνεμος. Το να πηγαίνεις όπου πάει το ρεύμα για να μην γίνεσαι δυσάρεστος δεν είναι ότι πιο έντιμο, είναι τραγικό και επικύνδινο. Η κριτική πρέπει να γίνεται όπου κάποιος πιστεύει ότι πρέπει να την ασκήσει. Αλλά έχουμε μπερδέψει την κριτική με την επικριτική και έχουμε χάσει τον μπούσουλα.
Είναι δεδομένο ότι όποιος έχει άποψη – θετική ή αρνητική – κουβαλάει και μια ταμπέλα. Υπάρχει μια έμφυτη ανάγκη στον κόσμο να τον κατατάξει απαραίτητα κάπου. Το σωστό είναι να καταθέτεις την άποψη σου και να επιχειρηματολογείς για αυτήν. Αλλά η αγωνία που έχουν κάποιοι να πείσουν ότι αυτοί έχουν δίκιο βάζοντας την άποψη τους πάνω και από την ομάδα έχει σαν αποτέλεσμα να ξεφεύγουν από τα όρια και να φαίνεται κατευθυνόμενο αυτό που γράφουν ή λένε. Το πρόβλημα στον χώρο τον δικό μας είναι ότι υπάρχουν πια λίγοι δημοσιογράφοι και πολλοί δημοσιολόγοι. Ο δημοσιογράφος κρίνεται και εκ των υστέρων γιατί τα γραπτά μένουν ενώ ο δημοσιολόγος έχει την ασφάλεια του ότι τα λόγια πετάνε στον αέρα και χάνονται. Έτσι ο καθένας λέει ότι θέλει χωρίς να θυμάται κανένας τι είπε εχθές. Και αν κάποιος θυμάται, ε, ας είναι καλά η κωλοτούμπα.
Επίσης διαφωνώ μαζί σου στο ότι έχουμε πολλά μέσα. Δεν νοείται μια πόλη σαν την Λάρισα να μην είναι έδρα τηλεοπτικού σταθμού και να έχει, επί της ουσίας, μια πολιτική εφημερίδα και μια δεύτερη που υπάρχει για να τερματίζει πρώτη η… πρώτη. Υπάρχει ένα καθεστώς στην Λάρισα που εκπροσωπείται από ένα συγκεκριμένο μέσον το οποίο έχει δημιουργήσει μια παγιωμένη κατάσταση. Ο κόσμος έχει ταυτίσει τον τύπο με μια συγκεκριμένη εφημερίδα αλλά το χειρότερο είναι ότι και ο επιχειρηματικός κόσμος έχει ταυτίσει τα συμφέροντα του με την συγκεκριμένη εφημερίδα τα εξυπηρετεί μέσω αυτής και ποτέ δεν επένδυσε ή δεν στήριξε καμιά άλλη προσπάθεια. Σε πολλούς ανθρώπους έξω από την Λάρισα είναι απορίας άξιο πως αυτή η πόλη δεν έχει ένα δικό της καλό περιφερειακό κανάλι. Πως κανένας επιχειρηματίας δεν επένδυσε στον χώρο αυτό. Αυτό σημαίνει μια καθεστωτική αντίληψη και όλη η πόλη τελεί υπό καθεστώς ομηρίας στον τομέα της ενημέρωσης. Όλοι οι υπόλοιποι λειτουργούμε σαν δορυφόροι και προσπαθούμε, άλλος καλώς και άλλος κακώς, να κάνουμε ότι είναι δυνατόν. Έχουν γίνει απόπειρες αλλά δεν στηρίζονται. Π.χ. η προσπάθεια του Sport FM ενώ στηρίχθηκε από τον κόσμο, είχε μεγάλη ακροαματικότητα, δεν στηρίχθηκε από τον επιχειρηματικό κόσμο της πόλης.
Η σύγχρονη Match, η Ραδιοφωνία Κισσάβου, το must απ’ ότι γνωρίζω και πολλές άλλες προσπάθειες στηρίζονται στο φιλότιμο των εργαζομένων στα μέσα αυτά.
Οι φίλαθλοι πληρώνουν εισιτήριο και προσφέρουν την φυσική τους παρουσία και το χειροκρότημα τους με αντάλλαγμα τα συναισθήματα, τις συγκινήσεις που δίνει το ποδόσφαιρο. Πιστεύεις ότι υπερβαίνουν κάποια όρια και προσπαθούν να χειραγωγήσουν καταστάσεις στην ομάδα;
-Δεν παρατηρήθηκε ποτέ στην Λάρισα προσπάθεια κατεύθυνσης των αποφάσεων μιας διοίκησης από την πλευρά των οπαδών. Μπορεί να ζητάνε κάποια πράγματα χωρίς όμως την απειλή “αν δεν γίνει αυτό που θέλουμε θα τα σπάσουμε όλα”, αλλά έχουν το επίπεδο να προστατεύουν και να σέβονται την ομάδα. Υπάρχει όμως ένας πυρήνας οπαδών που έκανε μεγάλο αγώνα για στηρίξει την ομάδα τα δύσκολα χρόνια έχει μεγάλη ευαισθησία σε ότι αφορά την τύχη του εγχειρήματος σήμερα. Δεν μπορούν να φανταστούν ότι η ΑΕΛ θα ξαναβρεθεί στην ίδια θέση με αποτέλεσμα καμιά φορά να παρεμβαίνουν με έναν τρόπο λίγο σπασμωδικό αλλά όχι παράλογο. Και ποτέ δεν έχουν υπερβεί τα όρια σε σημείο που να τους κατηγορήσει κάποιος ότι θέλουν να κάνουν κουμάντο στην ομάδα. Και ποτέ δεν αμφισβήτησαν προθέσεις αλλά κάνουν κριτική, δίκαια κάποιες φορές, επί των επιλογών. Υπάρχει επίπεδο και ποδοσφαιρική κουλτούρα που δεν νομίζω ότι την συναντάμε πουθενά στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Και ας κλείσουμε με χιούμορ και μια προσωπική ερώτηση. Πως νιώθεις που αντί να παίρνεις δίνεις συνέντευξη;
-Πολύ καλά. Ξέρεις και εμείς έχουμε να πούμε πράγματα που αν δεν μας το ερέθισμα, η ευκαιρία, δεν μπορούμε να τα πούμε. Αλλά είτε παίρνεις είτε δίνεις συνέντευξη είναι συμμετοχή σε έναν διάλογο και αυτό είναι που μου αρέσει. Ακόμη και σε μια ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή η συμμετοχή του κοινού είναι απαραίτητη γιατί δίνει στον δημοσιογράφο ερεθίσματα να πει πράγματα που δεν θα έλεγε σε έναν βαρετό μονόλογο. Αρκεί ο δημοσιογράφος να είναι συνειδητοποιημένος και σοβαρός.














