Θυμοταφείο

Γιατί άμα δε με κοπανήσεις μπροστά δεν παίρνω. Έτσι! Παραδοσιακός κόπανος. Κοιμάμαι σε γερά κρεβάτια με σπασμένα όνειρα. Μπλα, μπλα, πλα. Μπλαστικά τσιγάρα και τα μυαλά στη ζαχαρίνη.
Μαστούρα ψυχιατρική και παράνοια καταστροφοδιαστροφική αλυσίδα. Άντε λοιπόν γδύσε τον παρά και ψώνισε σκατά ποιοτικά. Σε γουστάρω θεωρητικά, παγερά κι αγνωστικιστικά. Προηγμένη του εικοστού πρώτου σαπίλα. Βρώμισε κατρουλιό ξιπασμένη υπόθετη ωφέλεια.
Στη μπάντα να μη σε πάρει ομπρός. Ο στραβός, ο κουτσός , ο ανάποδος. Να μιλάς, μη μιλάς. Να ξερνάς. Ο ολόκληρος, ο ατόφιος, ο νεκρός ο άταφος.
Ένα μπουκάλι αδιαφορία και πρόκες σιχασιάς προγραμματισμένα καλά για την αναπαραγωγή. Ποια αγάπη μας έφτιαξε; Γουστάρω ηθική ανατολίτικη κι εξευρωπαϊσμένη τόσο καλά μασκαρεμένη να χωράει σε όλες τις εποχές. Λατρεία. Να βουρλίζει τον εγκέφαλο να την ακούει με τόση αδελφική αποξένωση. Του δράκου τα φιλιά. Τον ίδιο κύκλο. Τις στάχτες.
Καριόλα ενηλικίωση θα σε καταγγέλλω μια ζωή. Αυτός που έφτιαξε το μήλο να το φέρει πίσω ξανά να χορτάσουμε κι ας κρατήσει τον κήπο για τους ξανθούς του αγγέλους. Γουστάρω ανωμαλίες βιτσιόζικες, να με αδειάζουν τη σαβούρα της μέρας και να με πετάν αγνό πίσω στο χάος των άστρων. Ενήλικη ασφαλίτικη εγκράτεια μακροζωϊας δίχως παλμό και κίνηση καταδικασμένη. Θνητή. Ρίξε με στα πατώματα για μια στιγμή γνήσιας βέβηλης αθάνατης ακολασίας. Γόησσα. Φως της ημέρας λεπρό.
Αχός της πόλης. Φωτιά. Ο Αγαπημένος, ο Εραστής, ο Θεός. Στα σκουπίδια μετανάστες με καροτσάκια. Στα φανάρια παιδιά. Στις σκάλες άρρωστα κορμιά. Στα εμπορικά θλιμμένη κρίση με πανακότα, τσάι και ζαρτιέρες ανοργασμικές. Ξεκούρδιστα βιόλα. Μπιμπελό πλαστικά φασόν. Παιδικά όνειρα που μεταμορφωθήκαν σε βιομηχανικά εξαμβλώματα. Μίδας. Χρυσή μοναξιά, να ξεχνάω ν’ αγαπώ, να ξεχνάω ν’ αγαπιέμαι.
Πορνειοκομείο ικεσιών. Σάλια. Αμήχανη αγκαλιά. Ικτεριασμένο φεγγάρι. Ένα βραδύ δανεικό δεν είναι ποτέ ιδανικό. Ποιος τα όνειρα γάμοι;














